Γράφει ο συνεργάτης μας: μαιευτήρας – γυναικολόγος Τσιριγώτης Μαρίνος – ΑΚΕΣΩ
Η γονιμότητα στις γυναίκες εξαρτάται από πολλούς παράγοντες όπως το βάρος, το κάπνισμα, οι διατροφικές συνήθειες, οι εργασιακές συνθήκες, η συχνότητα των ερωτικών επαφών αλλά κυρίως έχει να κάνει με την ηλικιακή επιβάρυνση που είναι και ο καταλύτης της επίτευξης κύησης.
Τα βήματα έλεγχου πραγματοποιούνται γρήγορα , με απολυτή ασφάλεια και περιλαμβάνουν:
- ορμονικό έλεγχο της ωοθηκικής λειτουργίας τις πρώτες ημέρες του κύκλου. Ο έλεγχος αυτός θα δείξει την επάρκεια και την ποιότητα των ωοθυλάκιων
- ενδοκολπικό υπέρηχο που θα προσδιορίσει την ποσοτική λειτουργιά των ωοθηκών αλλά και την ανατομία της μήτρας και του ενδομητρίου
- σαλπιγγογραφία για την ανάδειξη τυχόν σαλπιγγικής παθολογίας
- παρακολούθηση του κύκλου και εκτίμηση του χρόνου ωορρηξίας (υπερηχογραφικά, ορμονικά ή με τεστ ωορρηξίας των ουρών).
Ωστόσο, η συχνότητα και η διάρκεια των ερωτικών επαφών και φυσικά η ποιότητα του σπέρματος, η όποια μπορεί εύκολα να προσδιοριστεί με 1-2 σπερμοδιαγράμματα, πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπόψη.
Όταν το ζευγάρι δεν καταφέρνει να επιτύχει εγκυμοσύνη μέσα σε ένα εύλογο χρονικό διάστημα (6-9 μήνες) και με την προϋπόθεση ότι οι παραπάνω έλεγχοι δεν έχουν αναδείξει κάποια παθολογία για την όποια έχουν γίνει οι σχετικές θεραπευτικές παρεμβάσεις, τότε χρειάζεται ιατρική υποβοήθηση η όποια θα μπορούσε να είναι:
1.) πρόκληση πολλαπλής ωορρηξίας και επαφή (TSI)
Η θεραπεία αυτή πραγματοποιείται με την χρήση ορμονικών σκευασμάτων για την παράγωγη 3-4 ωαρίων και επαφή την κατάλληλη χρονική στιγμή η όποια καθορίζεται από τα υπερηχογραφία ευρήματα και τις ορμονικές μετρήσεις που γίνονται καθ’ όλη την διάρκεια της θεραπείας
2.) σπερματέγχυση (IUI)
Η τεχνική αυτή εφαρμόζεται με επιτυχία σε ζευγάρια στα όποια οι παράγοντες που αναφέρθηκαν παραπάνω έχουν αναδείξει ένα υγιές αναπαραγωγικό σύστημα με οριακό όμως σπέρμα, ή σε περιπτώσεις ανεξήγητης υποτονικότητας. Στις περιπτώσεις αυτές η παρουσία πολλαπλών ωαρίων μετά από ορμονική διέγερση των ωοθηκών και η εργαστηριακή προετοιμασία του σπέρματος, παράλληλα με την τοποθέτηση του μέσα στην μήτρα, αυξάνουν τα ποσοστά εγκυμοσύνης γιατί δίνουν την δυνατότητα στο σπέρμα να φτάσει πιο εύκολα στην άκρη της σάλπιγγας που είναι και ο χώρος που γίνεται η γονιμοποίηση, έχοντας την ενέργεια αλλά και τον αριθμό που απαιτείται για το σκοπό αυτό. Αν και η διαδικασία αυτή θα μπορούσε να γίνει στο φυσικό κύκλο της γυναίκας, με το ένα ωάριο δηλαδή που παράγεται φυσιολογικά στο μηνά, εντούτοις η φαρμακευτική διέγερση των ωοθηκών με παράγωγη περισσότερων ωαρίων αυξάνει σημαντικά την πιθανότητα εγκυμοσύνης. Η διέγερση γίνεται απλά με χάπια κιτρικής καλομέλανης, ενέσεων θυλακιοτρόπου ορμόνης ή συνδυασμό των δυο. Οι ενέσεις είναι άπλες και γίνονται υποδόρια από τις ίδιες τις γυναίκες. Η παρακολούθηση της ωοθηκικής διέγερσης γίνεται με ενδοκολπικό υπέρηχο και ορμονικές μετρήσεις καθ΄ όλη την διάρκεια της διέγερσης προκειμένου να είναι ασφαλής. Η τοποθέτηση δε του σπέρματος ενδομήτρια ή και ενδοσαλπιγγικά, την κάνει και πιο αποτελεσματική. Τα ποσοστά επιτυχίας όμως είναι χαμηλά και κυμαίνονται κοντά στο 15%. Αυτός είναι και ο λόγος που η τεχνική αυτή δεν προτείνεται σε ηλικιακά μεγάλες γυναίκες διότι έτσι “χαραμίζονται” πολύτιμα ωάρια που θα είχαν θεωρητικά τουλάχιστον, καλύτερη τύχη με την εξωσωματική γονιμοποίηση.
Επίσης η επανάληψη της θεραπείας πάνω από τρεις φόρες είναι άσκοπη γιατί η αποτυχία επίτευξης κύησης υποδηλώνει συνήθως σαλπιγγική δυσλειτουργία, έστω και αν στη σαλπιγγογραφία οι σάλπιγγες φανήκαν φυσιολογικές, τα προβλήματα στο σπέρμα τα όποια πάρα την όποια προετοιμασία βελτίωση του, δεν επιτρέπουν την είσοδο τους σπέρματος στα ωαρια, οδηγώντας έτσι σε γονιμοποίηση και σύλληψη.
Το μεγάλο όμως μειονέκτημα της σπερματεγχυσης είναι η αδυναμία εκτίμησης της ποιότητας των ωαρίων σε αντίθεση με την εξωσωματική γονιμοποίηση και ο κίνδυνος εξωμήτριου κυήσεως σε περιπτώσεις σαλπιγγικής δυσλειτουργίας.
3.) εξωσωματική γονιμοποίηση (IVF)
Η εξωσωματική γονιμοποίηση είναι η πιο αποτελεσματικη τεχνική στην υποβοηθουμενη αναπαραγωγή διότι:
1) παρακάμπτει τις σάλπιγγες και γενικά τα πυελικά προβλήματα
2) ελέγχει την ποιότητα των παραγόμενων ωαρίων
3) αντιμετωπίζει τα προβλήματα του σπέρματος στις περισσότερες περιπτώσεις ανδρικής υπογονιμότητας
4) επιτρέπει την δημιουργία εμβρύων στο εργαστήριο και τέλος
5) επιλεγεί τον αριθμό,την ποιότητα τους άλλα και τον χρόνο της εμβρυομεταφορας δίνοντας και την δυνατότητα εάν χρειαστεί του προεμφυτευτικού έλεγχου σε περιπτώσεις γονιδιακών νοσημάτων η παθολογίας σχετικής με τα ωάρια/σπέρμα.

Η τεχνική αυτή εφαρμόζεται ευρέως με μεγάλη ασφάλεια και τα ποσοστά επιτυχίας κυμαίνονται στο 40%.
Αν και θα μπορούσε να εφαρμοσθεί στο ένα ωάριο του φυσικού κύκλου, όπως ενδείκνυται εξάλλου σε περιπτώσεις ωοθηκικής ανεπάρκειας, ιστορικού κακοήθειας η σε περί-εμμηνοπαυσιακές γυναίκες, εντούτοις είναι πιο αποτελεσματική μετά από ωοθηκική διέγερση και λήψη πολλαπλών ωαρίων διότι με αυτό τον τρόπο δίνεται η δυνατότητα δημιουργίας πολλών εμβρύων με ότι αυτό συνεπάγεται σε επιλογές όπως ποιότητα, κατάψυξη και μελλοντική χρήση, ποσοστά κύησης και αποφυγή επανάληψης της αγωγής.
Η διέγερση των ωοθηκών είναι πιο έντονη και η παρακολούθηση της αγωγής πιο επισταμένη. Η θεραπεία περιλαμβάνει την χρήση υποδόριων ενέσεων θυλακιοτρόπου ορμόνης, προκείμενου οι ωοθήκες να παράγουν 10-15 ωάρια. Στην διάρκεια της θεραπείας που υπολογίζεται συνήθως σε 10-12 ήμερες, οι γυναίκες παρακολουθούνται με συχνούς ενδοκολπικούς υπερήχους και ορμονικές μετρήσεις. Όταν τα θυλάκια στις ωοθήκες φτάσουν τα 18-20 χιλ, τότε γίνεται τεχνητά η ωρίμανση τους και στην συνεχεία η λήψη τους. Η διαδικασία αυτή πραγματοποιείται διακολπικά κάτω από ενδοφλέβια ύπνωση και αναισθησιολογική παρακολούθηση. Ο χρόνος της επέμβασης δεν ξεπερνά τα 10-15 λεπτά και η ανάνηψη είναι γρήγορη χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα. Οι παρενέργειες της φαρμακευτικής αγωγής αφορούν περισσότερο την ωοθηκική υπερδιέγερση ενώ η μεταφορά 3 εμβρύων μπορεί να οδηγήσει σε τρίδυμη κύηση με τα σχετικά προβλήματα.
Αν και τα ορμονικά σκευάσματα της διέγερσης έχουν κατά καιρούς ενοχοποιηθεί από τα ΜΜΕ για μελλοντικούς κίνδυνους κακοήθειας σε ωοθήκες και μαστούς εντούτοις μέχρι σήμερα δεν έχουν επιβεβαιωθεί επιστημονικά οι φόβοι αυτοί. Όπως σε όλες τις ιατρικές πράξεις έτσι και στην εξωσωματική γονιμοποίηση, θα πρέπει να τηρούνται όλες εκείνες οι αρχές που διασφαλίζουν την ασφάλεια του ζεύγους και την αποτελεσματικότητα της τεχνικής.
4.) εξωσωματική μικρογονιμοποίηση (IVF/ICSI)
Σε περιπτώσεις που το σπέρμα δεν μπορεί να γονιμοποιήσει τα ωάρια στο εργαστήριο, πάρα την σχετική προετοιμασία και ενεργοποίηση, τότε μετά από κατάλληλη επεξεργασία ένα σπερματοζωαριο εγχύνεται σε κάθε διαθέσιμο ωάριο (ενδοκυτταροπλασματική έγχυση σπέρματος = ICSI) για το σκοπό αυτό.
Η διαδικασία αυτή απαιτείται σε περιπτώσεις όπως:
- σοβαρού βαθμού ολιγο-ασθενο-τερατοσπερμίας
- αποφρακτικής η εκκριτικής αζωοσπερμίας όπου το σπέρμα παίρνεται από την επιδιδυμίδα ή τον όρχι
- προηγούμενης αποτυχίας γονιμοποίησης
- ανεξήγητης υπογονιμότητας με αποτυχία άλλων τεχνικών υποβοηθούμενης αναπαραγωγής.
Η τεχνική είναι καθαρά εργαστηριακή και η διαδικασία της ωοθηκικής διέγερσης, παρακολούθησης και λήψης των ωαρίων είναι ίδια με την απλή IVF.
Πηγή: www.mtsirigotis.gr
Επιμέλεια: 4yourhealth.gr
Ο πληρέστερος ιατρικός κατάλογος υγείας και ευεξίας
